Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Βίτσιζε ο βοριάς η μούρη μας είχε ανάψει και μπροστά ο Λάμπης πίσω εγώ μπήκαμε  τρέχοντας σπίτι. Η φωθιά ψυχομαχούσε. Δίχως να σκεφτώ άρπαξα μια χουφτιά  απύρι και το πέταξα στα  ξύλα που ίσα και κοκκίνιζαν. Τσαααφ έκανε σκάζοντας και   μια μπλάβη φλόγα τινάχτηκε  Η φωθιά ξανά πήρε..
Ευχαριστημένη πήγα να  τρίψω τα μάτια ανεμοδαρμένα μάτια μου . Με το που τ' ακούμπησα λες και τους έβαλα κάρβουνα αναμμένα.
Παναγία μου κι εστραβώθηκα! Μάνα μου κι ίντα καμα!
Έπιασε ο Λάμπης  μου τη μπουκάλα με το κρασί, μου πλυνε  τα μάτια
Εκείνα κόκκινα αφήνανε δάκρυα  ποταμό.
Καθίσαμε στην παραστιά
Πήρε  ανάσα ο Λάμπης
"ήλιωσα και μαράθηκα κι άναψα σαν τ' απύρι
για σένα αγαπημένη μου κι όχι αλληνής χατίρι"
είπε τη μαντινάδα κι πόνος μου πήρε να μαϊνέρνει

*απύρι - το θειάφι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου