Βίτσιζε ο βοριάς η μούρη μας είχε ανάψει και μπροστά ο Λάμπης πίσω εγώ μπήκαμε τρέχοντας σπίτι. Η φωθιά ψυχομαχούσε. Δίχως να σκεφτώ άρπαξα μια χουφτιά απύρι και το πέταξα στα ξύλα που ίσα και κοκκίνιζαν. Τσαααφ έκανε σκάζοντας και μια μπλάβη φλόγα τινάχτηκε Η φωθιά ξανά πήρε..
Ευχαριστημένη πήγα να τρίψω τα μάτια ανεμοδαρμένα μάτια μου . Με το που τ' ακούμπησα λες και τους έβαλα κάρβουνα αναμμένα.
Παναγία μου κι εστραβώθηκα! Μάνα μου κι ίντα καμα!
Έπιασε ο Λάμπης μου τη μπουκάλα με το κρασί, μου πλυνε τα μάτια
Εκείνα κόκκινα αφήνανε δάκρυα ποταμό.
Καθίσαμε στην παραστιά
Πήρε ανάσα ο Λάμπης
"ήλιωσα και μαράθηκα κι άναψα σαν τ' απύρι
για σένα αγαπημένη μου κι όχι αλληνής χατίρι"
είπε τη μαντινάδα κι πόνος μου πήρε να μαϊνέρνει
*απύρι - το θειάφι
Ευχαριστημένη πήγα να τρίψω τα μάτια ανεμοδαρμένα μάτια μου . Με το που τ' ακούμπησα λες και τους έβαλα κάρβουνα αναμμένα.
Παναγία μου κι εστραβώθηκα! Μάνα μου κι ίντα καμα!
Έπιασε ο Λάμπης μου τη μπουκάλα με το κρασί, μου πλυνε τα μάτια
Εκείνα κόκκινα αφήνανε δάκρυα ποταμό.
Καθίσαμε στην παραστιά
Πήρε ανάσα ο Λάμπης
"ήλιωσα και μαράθηκα κι άναψα σαν τ' απύρι
για σένα αγαπημένη μου κι όχι αλληνής χατίρι"
είπε τη μαντινάδα κι πόνος μου πήρε να μαϊνέρνει
*απύρι - το θειάφι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου