όταν τον παντρεύτηκα, κανείς από τους δικούς μου δεν τον ήθελε. Πέσαν όλοι πάνω μου και με το καλό και με τη φοβέρα παλεύαν να μου αλλάξουνε τη γνώμη. Τι τον θες και τι τον θες μου λέγανε Στο τέλος γυρνά ο αδερφός μου και μου λέει μόνη σου τον παίρνεις μόνη σου θα λουστείς τα χαϊρια του. Βοήθεια μην περιμένεις από κανένα μας. Εγώ τίποτα. Κανένα δεν άκουγα. Μόνη μου τον παίρνω μόνη μου ας τα λουστώ είπα και άνοιξα την πόρτα.
Στα εικοσι πέντε ήμουνα στα πενήντα τον άφησα και γύρισα πίσω. Στα αναμεξύ μα καλά μα κακά περνούσα ούτε με ρώτησαν ούτε τους είπα
Χτύπησα την πόρτα του πατέρα μου. Τον άφησα του λέω
Έκαμε στην άκρη πήγαμε παραμέσα. Έβαλε ένα τσίπουρο. Στράγγιξε το ποτήρι. Ηρθε κι ο αδερφός
Με κοίταζαν. Τα παιδιά μου είναι σύμφωνα και πάλεψα να κάμω κουράγιο. Ο πατέρας μου ξαναγέμισε το ποτήρι. Λέξη δεν έβγαζε. Ο Αριστείδης έτοιμος ήταν να μου την πει. Δεν το άντεχα. Είχα παίξει και είχα χάσει
Στα εικοσι πέντε ήμουνα στα πενήντα τον άφησα και γύρισα πίσω. Στα αναμεξύ μα καλά μα κακά περνούσα ούτε με ρώτησαν ούτε τους είπα
Χτύπησα την πόρτα του πατέρα μου. Τον άφησα του λέω
Έκαμε στην άκρη πήγαμε παραμέσα. Έβαλε ένα τσίπουρο. Στράγγιξε το ποτήρι. Ηρθε κι ο αδερφός
Με κοίταζαν. Τα παιδιά μου είναι σύμφωνα και πάλεψα να κάμω κουράγιο. Ο πατέρας μου ξαναγέμισε το ποτήρι. Λέξη δεν έβγαζε. Ο Αριστείδης έτοιμος ήταν να μου την πει. Δεν το άντεχα. Είχα παίξει και είχα χάσει
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου